Αθήνα: +30 210 6771282
Θεσσαλονίκη: +30 2310 232868
contact@hnfc.academy

Blog

Hellenic Network of Fitness Certifications
22 Jun 2017

ΒΙΤΑΜΙΝΗ D – Η ΒΙΤΑΜΙΝΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Βιταμίνη D – Η βιταμίνη του ηλίου

Η βιταμίνη D, επίσης γνωστή ως ᾽᾽βιταμίνη του ηλίου᾽᾽, αναγνωρίστηκε τον 17ο αιώνα από τον Dr. Daniel Whistler και τον καθηγητή Francis Glisson, όταν ανακάλυψαν τους αιτιολογικούς παράγοντες της ραχίτιδας.

Περίπου το 1920, ο Sir Edward Mellanby, πειραματίστηκε με σκυλιά, τα οποία εκτρέφονταν αποκλειστικά σε εσωτερικούς χώρους. Επινόησε μία διατροφή που του επέτρεπε να αποδείξει χωρίς αμφιβολία ότι η ραχίτιδα προκλήθηκε από μία ανεπάρκεια ενός ιχνοστοιχείου, που υπάρχει στη διατροφή, και ότι το μουρουνέλαιο (εξαιρετική πηγή βιταμίνης D) ήταν ένας αποτελεσματικός αντιραχιτιδικός παράγοντας.

Μαζί με τις βιταμίνες Α, Ε και Κ, η βιταμίνη D είναι μία λιποδιαλυτή βιταμίνη. Η βιταμίνη D στην πραγματικότητα εμφανίζεται σε πολλές, διαφορετικές μορφές. Οι δύο σημαντικές  μορφές για τον άνθρωπο είναι:

  1. Η βιταμίνη D2 (ergocalciferol) η οποία προέρχεται από τα φυτά.
  2. Η βιταμίνη D3 (cholecalcieferol) η οποία προέρχεται από ζωϊκά προϊόντα και συντίθεται στο δέρμα όταν εκτίθεται σε ηλιακό φως.

Επιπλέον, η βιταμίνη D έχει τρία ανάλογα, το καθένα με διαφορετική ισχύ:

  1. Χοληκαλσιφερόλη– 1x
  2. 25 υδροξυχοληκαλσιφερόλη– 5x
  3. 1, 25 διϋδροξυχοληκαλσιφερόλη– 10x

Πηγές βιταμίνης D

Η βιταμίνη D μπορεί να συντεθεί στο δέρμα μετά από έκθεση σε υπεριώδες φως, ή λαμβάνεται από την διατροφή είτε από μη ενισχυμένες ή ενισχυμένες πηγές τροφίμων ή συμπληρωμάτων. Οι μη ενισχυμένες πηγές περιλαμβάνουν ζωικά προϊόντα, όπως το μουρουνέλαιο, οι σαρδέλες, το σκουμπρί, η ρέγγα, ο τόνος, ο σολομός και οι γαρίδες. Οι ενισχυμένες πηγές περιλαμβάνουν το γάλα και ορισμένα εναλλακτικά προϊόντα γάλατος του εμπορίου (γάλα από ρύζι, σόγια, αμύγδαλα κλπ.)

Μερικοί ερευνητές της βιταμίνης D υποδεικνύουν ότι περίπου 5 με 30 λεπτά έκθεσης στον ήλιο μεταξύ 10:00 π.μ. και 15:00 μ.μ., τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα, στο πρόσωπο, τα χέρια, τα πόδια ή στο πίσω μέρος του σώματος χωρίς αντηλιακό συνήθως οδηγεί σε επαρκή σύνθεση της βιταμίνης D (καθώς επίσης και η μέτρια χρήση των εμπορικών κρεβατιών μαυρίσματος ´´solarium᾽᾽, που εκπέμπουν 2% με 6% UVB ακτινοβολία, είναι αποτελεσματική).

Τα άτομα με περιορισμένη έκθεση στον ήλιο πρέπει να περιλαμβάνουν καλές πηγές βιταμίνης D στη διατροφή τους ή να συμπεριλάβουν συμπληρώματα για την επίτευξη της συνιστώμενης ημερήσιας πρόσληψης.

Μεταβολισμός

Όπως και με πολλά θρεπτικά συστατικά, η βιταμίνη D απορροφάται στο λεπτό έντερο. Έπειτα μεταφέρεται διασχίζοντας το λεμφικό σύστημα, μέσω των χυλομικρόνων, και αποθηκεύεται στο ήπαρ, τα οστά, τον εγκέφαλο και το δέρμα.

Η βιταμίνη D που λαμβάνεται από την έκθεση στον ήλιο, τα τρόφιμα και τα συμπληρώματα είναι ανενεργή και πρέπει να υποβληθεί στο σώμα σε δύο υδροξυλώσεις για την ενεργοποίηση της. Η πρώτη υδροξυλίωση πραγματοποιείται στο ήπαρ, όπου η βιταμίνη D μετατρέπεται σε 25-υδροξυβιταμίνη D [25(OH)D] επίσης γνωστή ως καλσιδιόλη. Η δεύτερη υδροξυλίωση πραγματοποιείται στους νεφρούς όπου σχηματίζει τη φυσιολογικώς δραστική 1,25-διϋδροξυβιταμίνη D [1,25(OH)2D], επίσης γνωστή ως καλσιδιόλη.

Απαιτήσεις

Η Συνιστώμενη Ημερήσια Πρόσληψη (ΣΗΠ) για την βιταμίνη D κυμαίνεται από 400 έως 800 IU ανάλογα με την ηλικία, την εγκυμοσύνη/περίοδο γαλουχίας, το χρώμα του δέρματος, την έκθεση στον ήλιο, τις ασθένειες που επηρεάζουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών καθώς και την κατάσταση της υγείας του ατόμου. Αυτή η ΣΗΠ θεωρείται επαρκής για την διατήρηση της υγείας των οστών και του μεταβολισμού του ασβεστίου σε 97-98% των υγιών ανθρώπων.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πολλές μελέτες υποστηρίζουν πολύ υψηλότερες προσλήψεις για την παρεμπόδιση και/ή τη διαχείριση ενός αριθμού ασθενειών, μερικές από τις οποίες θα αναφερθούν αργότερα. Αυτές οι προσλήψεις μπορεί να είναι τόσο υψηλές όσο 10.000 IU/d, ή >10 φορές οι ισχύουσες συνιστώμενες προσλήψεις.

Μέτρηση βιταμίνης D

Η συγκέντρωση στον ορό του 25 (OH) D είναι ο καλύτερος δείκτης της κατάστασης της βιταμίνης D. Αντικατοπτρίζει την βιταμίνη D που παράγεται στο δέρμα και εκείνη που λαμβάνεται από τα τρόφιμα και/ή τα συμπληρώματα.

Με βάση την επανεξέταση των δεδομένων σχετικά με τις ανάγκες της βιταμίνης D, μία επιτροπή των Ινστιτούτων Ιατρικής (IOM) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι διατρέχουν κίνδυνο ανεπάρκειας της βιταμίνης D στον ορό του 25(ΟΗ) D με συγκέντρωση <30nmol/L (<12 ng/mL). Επιπλέον, κάποιοι ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο ανεπάρκειας σε επίπεδα που κυμαίνονται από 30 – 50 nmol/L (12 – 20 ng/mL). Σε γενικές γραμμές το συνιστώμενο εύρος είναι 30 – 100 nmol/L.

Ανεπάρκεια

Υπάρχουν 2 κύριες ασθένειες που προκαλούνται από ανεπάρκεια της βιταμίνης D:

  1. Ραχίτιδα – μία δυσμορφία των οστών η οποία παρατηρείται στα παιδιά
  2. Οστεομαλακία – σκελετική αφαλάτωση που παρατηρείται στους ενήλικες

Λειτουργίες και επιπτώσεις των συμπληρωμάτων στην υγεία

Πρωταρχική λειτουργία της βιταμίνης D είναι η απορρόφηση του ασβεστίου από το έντερο για την κανονική ανοργανοποίηση (αναδιαμόρφωση) των οστών και την πρόληψη από την υποκαλιμετική τετανία. Επιπλέον, η βιταμίνη D ρυθμίζει την ανάπτυξη των κυττάρων, την νευρομυϊκή και ανοσοποιητική λειτουργία και τη φλεγμονή.

Η βιταμίνη D έχει επανεξεταστεί εκτενώς για τις πιθανές σχέσεις υγείας, που δικαιολογούν τη πρόσληψη συμπληρωμάτων. Ορισμένα από αυτά περιλαμβάνουν την αντίσταση σε χρόνιες παθήσεις (όπως ο καρκίνος και οι καρδιαγγειακές παθήσεις), φυσιολογικές παραμέτρους (όπως ανοσολογική απόκριση ή τα επίπεδα της παραθυρεοειδούς ορμόνης) και λειτουργικά μέτρα (όπως σκελετική υγεία, η φυσική απόδοση και οι πτώσεις).

Θνησιμότητα

Χαμηλά επίπεδα 25(OH) D έχουν συσχετιστεί με όλες τις αιτίες θνησιμότητας και ακόμη περισσότερο με την καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Δεν είναι ακόμα σαφές εάν η έλλειψη της βιταμίνης D είναι μία αιτία ή συνέπεια της κακής κατάστασης της υγείας, αν και τα συμπληρώματα βιταμίνης D θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι μία προσέγγιση ώστε να εξεταστεί η μείωση της θνησιμότητας και της καρδιαγγειακής νόσου.

Υγεία των οστών

Η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση ενός υγιούς ανοργανοποιημένου σκελετού. Το φως του ηλίου προκαλεί φωτοπαραγωγή της βιταμίνης D3 στο δέρμα. Μόλις σχηματιστεί, η βιταμίνη D3 μεταβολίζεται διαδοχικά στο ήπαρ και τα νεφρά με την 1, 25-διϋδροξυβιταμίνη D. Η κύρια βιολογική λειτουργία της 1, 25-διϋδροξυβιταμίνης D είναι η διατήρηση συγκεντρώσεων του ορού ασβεστίου και φωσφόρου εντός της φυσιολογικής κλίμακας, ώστε να διατηρηθούν οι βασικές κυτταρικές λειτουργίες και να προωθηθεί η ανοργανοποίηση του σκελετού. Είναι γενικά αποδεκτό ότι μία αύξηση στην πρόσληψη ασβεστίου σε 1000-1500 mg/ημέρα σε συνδυασμό με μία επαρκή πηγή βιταμίνης D τουλάχιστον 400 IU/ημέρα είναι σημαντική για τη διατήρηση της καλής υγείας των οστών.

Καρκίνος

Η 1, 25-διϋδροξυβιταμίνη D [1, 25-(OH)2 D] επιδρά μέσω του υποδοχέα της βιταμίνης D που ανήκει στον υποδοχέα στεροειδών/θυρεοειδών ορμονών που οδηγεί σε γονιδιακή ρύθμιση και σε έναν αριθμό βιολογικών αποκρίσεων. Επιπλέον έχει αποδειχθεί ότι η 1, 25(OH)2 D μπορεί να προκαλέσει διαφοροποίηση και αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό μίας ευρείας ποικιλίας κυτταρικών τύπων. Η αντι-πολλαπλασιαστική δράση καθιστά τη 1, 25-(OH)2 D και τα ανάλογά της, ως ένα πιθανό θεραπευτικό εργαλείο για την θεραπεία υπερπολλαπλασιαστικών διαταραχών όπως ορισμένες μορφές καρκίνου.

Καρδιαγγειακή νόσος

Η 1, 25-διϋδροξυβιταμίνη D (1, 25[OH]2 D) ή καλσιδιόλη έχει εμπλακεί σε πολλές φυσιολογικές διαδικασίες πέραν της ομοιόστασης του ασβεστίου κα του φωσφόρου και είναι πιθανόν να παίζει ρόλο σε πολλές χρόνιες νοσηρές καταστάσεις συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών ασθενειών.

Τα πειραματικά δεδομένα προτείνουν ότι η 1, 25(OH)2 D επηρεάζει άμεσα τον καρδιακό μυ, ελέγχει την έκκριση παραθυρεοειδούς ορμόνης, ρυθμίζει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης και διαμορφώνει το ανοσοποιητικό σύστημα.

Η θεραπεία με βιταμίνη D έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την πίεση του αίματος σε ασθενείς με υπέρταση και τροποποιεί το προφίλ κυτοκίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Κατάθλιψη

Κάποιες κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D σχετίζονται σημαντικά με υψηλά επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Ενώ οι λεγόμενες μελέτες ᾽᾽εγκάρσιας διατομής᾽᾽ δεν μπορούν να αποδείξουν την αιτία, η πρόσληψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D για την κατάθλιψη σε άτομα με ανεπάρκεια δικαιολογεί τις περαιτέρω έρευνες.

Άνοια και γνώση

Μία ανασκόπηση 37 μελετών προτείνει ότι οι χαμηλές συγκεντρώσεις βιταμίνης D συνδέονται με χαμηλότερη γνωστική λειτουργία και έναν υψηλότερο κίνδυνο της νόσου Αλτσχάιμερ. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να προσδιοριστεί η σημασία και οι πιθανές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία της εν λόγω σύνδεσης.

Διαβήτης

Η βιταμίνη D φαίνεται να παίζει ρόλο στην πρόληψη του διαβήτη Τύπου I σε άτομα με γενετική προδιάθεση, καθώς ο διαβήτης Τύπου II επηρεάζει την έκκριση ινσουλίνης και την ανοχή στη γλυκόζη.

Ανοσοποιητικό σύστημα  

Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η ορμονική μορφή καλσιτριόλης μπορεί να λειτουργήσει ως ρυθμιστής της διαφοροποίησης και του πολλαπλασιασμού των ανοσοκυττάρων, συγκεκριμένα σε Τ-κύτταρα και ενεργά μακροφάγα. Η βιταμίνη D μπορεί να έχει παρόμοιο ρόλο με εκείνο των ανοσορυθμιστικών μορίων, όπως κυτοκίνες, διαμορφώνοντας την φλεγμονώδη διαδικασία. 

Μολυσματική ασθένεια

Η βιταμίνη D παίζει ρόλο στη σύνθεση των αντιβακτηριακών πεπτιδίων (μικρές αλυσίδες αμινοξέων) και στην αυτοφαγία (αποικοδόμηση κυττάρων από τα μη απαραίτητα ή δυσλειτουργικά κυτταρικά συστατικά). Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D που σχετίζονται με την ευαισθησία και τη σοβαρότητα της οξείας λοίμωξης και με ένα δυσμενές αποτελέσμα ορισμένων χρόνιων λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης HIV. Τα συμπληρώματα βιταμίνης D βελτιώνουν την ανταπόκριση στη θεραπεία ορισμένων ιικών και βακτηριακών μολύνσεων.

Αυτοάνοσα νοσήματα

Η βιταμίνη D είναι ένα σημαντικό συστατικό στην αλληλεπίδραση μεταξύ των νεφρών, των οστών, της παραθυρεοειδούς ορμόνης και του εντέρου, η οποία διατηρεί τα εξωκυτταρικά επίπεδα ασβεστίου εντός των φυσιολογικών ορίων προκειμένου να διατηρηθούν οι φυσιολογικές διαδικασίες και η σκελετική ακεραιότητα. Επίσης σχετίζεται με την υπέρταση, την μυϊκή λειτουργία, την ανοσία και την ικανότητα του ατόμου να αντιμετωπίσει μία μόλυνση, μία αυτοάνοση ασθένεια (συμπεριλαμβανομένης της σκλήρυνσης κατά πλάκας) και τον καρκίνο.

Η βιταμίνη D επηρεάζει την ανοσία μέσω της διαφοροποίησης των CD4 T-κυττάρων, καθώς και την αύξηση της λειτουργίας των Τ-κατασταλτικών κυττάρων. Η δράση της βιταμίνης D παράγει και διατηρεί αυτοανοσολογική ανοχή. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι η 1, 25(OH)2 D αναστέλλει την διέγερση της νόσου όπως η θυρεοειδίτιδα, ο διαβήτης Τύπου I, η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η προκαλούμενη από κολλαγόνο αρθρίτιδα και η νόσος Lyme.

Απόδοση   

Υποθετικά, η βιταμίνη D παίζει ρόλο στη μυοσκελετική λειτουργία. Σε μία μελέτη του Houston et al, το 2007, η βιταμίνη D συσχετίστηκε αντίστροφα με την κακή φυσική απόδοση. Δεδομένης της μεγάλης επικράτησης της ανεπάρκειας βιταμίνης D σε ηλικιωμένους πληθυσμούς, συμπληρωματικές μελέτες εξετάζουν αν δικαιολογείται η σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και της φυσικής λειτουργίας.

ADHD, Διπολική, Σχιζοφρένεια και Παρορμητική Συμπεριφορά

Η σεροτονίνη του εγκεφάλου συντίθεται από το αμινοξύ τρυπτοφάνη και ενεργοποιείται από τη βιταμίνη D και τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα. Τα ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης D (∼70% του πληθυσμού) και ωμέγα-3 λιπαρά οξέα μπορούν να οδηγήσουν σε υποβέλτιστη σύνθεση σεροτονίνης στον εγκέφαλο, οδηγώντας σε μία σειρά γνωστικών και συμπεριφορικών διαταραχών.

Πόνος

Ο Glith et al, το 1991, εντόπισε ένα σύνδρομο πόνου, που σχετίζεται με την εξάντληση της βιταμίνης D, που επιδεινώνεται από την έκθεση στο φως, την επιφανειακή πίεση, καθώς επίσης και από την κίνηση. Αυτός ο πόνος περιορίζει την κινητικότητα και τη λειτουργία.

Ο Faraj &  o Mutairi, το 2003, αξιολόγησαν 360 ασθενείς που εμφάνιζαν πόνο χαμηλά στην πλάτη, τους οποίους παρακολουθούσαν Κλινικές Εσωτερικής Ιατρικής σε διάστημα 6 ετών. Διαπίστωσαν ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D ήταν κύριος συντελεστής για την εμφάνιση χρόνιας οσφυαλγίας σε περιοχές όπου η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι ενδημική.

Η αξιολόγηση για την ανεπάρκεια της βιταμίνης D και η θεραπεία με συμπληρώματα θα πρέπει να είναι υποχρεωτική σε αυτή την περίπτωση. Η μέτρηση του ορού 25-ΟΗ χοληκαλσιφερόλης είναι ευαίσθητη και ειδική για την ανίχνευση ανεπάρκειας βιταμίνης D και μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη εκτίμηση σε ασθενείς με χρόνια οσφυαλγία.

Τοξικότητα

Επειδή η βιταμίνη D είναι διαλυτή στο λίπος και μπορεί να αποθηκευτεί στο σώμα, οι υπερβολικές ποσότητες μπορεί να είναι τοξικές και να προκαλέσουν έναν σχηματισμό συμπτωμάτων, όπως : υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία, πέτρα στα νεφρά, υπερφωσφαταιμία, πολυουρία, πολυδιψία, εκτοπική ασβεστοποίηση των μαλακών ιστών, ναυτία και έμετο, ανορεξία, δυσκοιλιότητα, κεφαλαγία και υπέρταση.

Συμπέρασμα

Είναι γενικά αποδεκτό ότι η έλλειψη βιταμίνης D είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα υγείας που επηρεάζει ένα ευρύ φάσμα οξειών και χρόνιων παθήσεων. Οι άνθρωποι θα πρέπει να προσπαθούν να επιτύχουν τις βέλτιστες συγκεντρώσεις ορού 25-υδροξυβιταμίνης D από την διατροφή, τα συμπληρώματα και την έκθεση στον ήλιο.

Η επίδραση της βιταμίνης D στην επιγενιτική και γονιδιακή ρύθμιση θα μπορούσε ενδεχομένως να εξηγήσει γιατί η βιταμίνη D έχει αναφερθεί ότι έχει ευρύτατα οφέλη για την υγεία καθ´όλη τη διάρκεια της ζωής. Η αύξηση της βιταμίνης D σε παιδιά και ενήλικες σε όλο τον κόσμο είναι μία επιτακτική στρατηγική για τη βελτίωση της μυοσκελετικής υγείας και τη μείωση του κινδύνου χρόνιων ασθενειών, όπως ο καρκίνος, οι αυτοάνοσες και μολυσματικές ασθένειες, ο διαβήτης, οι νευρογνωστικές διαταραχές και η θνησιμότητα.

REFERENCES

  1. Balion, C., Griffith, L. E., Strifler, L., Henderson, M., Patterson, C., Heckman, G., … & Raina, P. (2012). Vitamin D, cognition, and dementia A systematic review and meta-analysis. Neurology, 79(13), 1397-1405.
  2. Bouillon, R., Eelen, G., Verlinden, L., Mathieu, C., Carmeliet, G., & Verstuyf, A. (2006). Vitamin D and cancer. The Journal of steroid biochemistry and molecular biology, 102(1), 156-162.
  3. Faraj,A & Mutairi,A. (2003). Vitamin D deficiency and chronic low back pain in Saudi Arabia. Spine, 28(2), 177-179.
  4. Ginanjar, E., Setiati, S., & Setiyohadi, B. (2006). Vitamin D and autoimmune disease. Acta Medica Indonesiana, 39(3), 133-141.
  5. Ghosn, J., & Viard, J. P. (2013). [Vitamin D and infectious diseases]. Presse medicale (Paris, France: 1983), 42(10), 1371-1376.
  6. Hewison, M. (1992). Vitamin D and the immune system. Journal of endocrinology, 132(2), 173-175.
  7. Gloth, F. M., Lindsay, J. M., Zelesnick, L. B., & Greenough, W. B. (1991). Can vitamin D deficiency produce an unusual pain syndrome?. Archives of internal medicine, 151(8), 1662-1664.
  8. Holick, M. F. (1996). Vitamin D and bone health. The Journal of nutrition, 126(4 Suppl), 1159S-64S.
  9. Hossein-nezhad, A., & Holick, M. F. (2013, July). Vitamin D for health: a global perspective. In Mayo Clinic Proceedings (Vol. 88, No. 7, pp. 720-755). Elsevier.
  10. Houston, D. K., Cesari, M., Ferrucci, L., Cherubini, A., Maggio, D., Bartali, B., & Kritchevsky, S. B. (2007). Association between vitamin D status and physical performance: the InCHIANTI study. The Journals of Gerontology Series A: Biological Sciences and Medical Sciences, 62(4), 440-446.
  11. Howland, R. H. (2011). Vitamin D and depression. J Psychosoc Nurs Ment Health Serv, 49(2), 15-18.
  12. Maji, D. (2012). Vitamin D toxicity. Indian journal of endocrinology and metabolism, 16(2), 295.
  13. Marz, R. (1999). Medical Nutrition from Marz, 2nd Edition. Omni Press. Portland, Oregon.
  14. Mathieu, C., Gysemans, C., Giulietti, A., Bouillon, R. (2005). Vitamin D and diabetes. Diabetologia, 48(7), 1247-57.
  15. Nemerovski, C. W., Dorsch, M. P., Simpson, R. U., Bone, H. G., Aaronson, K. D., & Bleske, B. E. (2009). Vitamin D and cardiovascular disease. Pharmacotherapy: The Journal of Human Pharmacology and Drug Therapy,29(6), 691-708.
  16. Palomer, X., Gonzalez-Clemente, J., Blanco-Vaca, F., Mauricio, D. (2008). Role of vitamin D in the pathogenesis of type 2 diabetes mellitus. Diabetes, Obesity & Metabolism. 10(3), 185-97.
  17. Patrick, R. P., & Ames, B. N. (2015). Vitamin D and the omega-3 fatty acids control serotonin synthesis and action, part 2: relevance for ADHD, bipolar, schizophrenia, and impulsive behavior. The FASEB Journal, fj-14.
  18. Pilz, S., Dobnig, H., Nijpels, G., Heine, R. J., Stehouwer, C. D., Snijder, M. B. & Dekker, J. M. (2009). Vitamin D and mortality in older men and women.Clinical endocrinology, 71(5), 666-672.
  19. Rizwan, M. (2013). Defeat the ‘D’ deficiency–be sun smart. Journal of Pakistan Association of Dermatologists, 23(4), 357-359.
  20. Solomon, A. J. (2011). Multiple sclerosis and vitamin D. Neurology, 77(17), e99-e100.
  21. Venkataraman, R. (2008). Functions of Vitamin D. Journal of Young Investigators. Carnegie Mellon University.
  22. Vieth, R., Bischoff-Ferrari, H., Boucher, B. J., Dawson-Hughes, B., Garland, C. F., Heaney, R. P. & Zittermann, A. (2007). The urgent need to recommend an intake of vitamin D that is effective. The American journal of clinical nutrition, 85(3), 649-650.
  23. http://ods.od.nih.gov/factsheets/VitaminD-HealthProfessional/
  24. http://vitamind.ucr.edu/about/